breaking news Νέο

Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας

  • Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας
  • Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας
  • Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας

Η εκκλησιαστική επαρχία Προύσας, 13ηκατά την τάξη, σύμφωνα με το Συνταγμάτιο του Οικουμενικού Θρόνου, περιελάμβανε 13 κωμοπόλεις και χωριά, από τα οποία τα πιο σπουδαία ήταν η Τρίγλια, η Συγή, το Παλλαδάρι, οι Ελιγμοί, τα Μουδανιά. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ζούσαν στην Προύσα πέντε χιλιάδες Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Υπήρχαν τρεις ελληνικές συνοικίες, του Μπαλούκ Παζάρ, του Καγιά Μπασί και του Ντεμίρ Καπί.

Στην τελευταία συνοικία ήταν κτισμένη η εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, που ήταν και η παλαιότερη. Είχε κτιστεί τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ορχάν. Ο πρώτος αυτός ναός ανακαινίστηκε το 1835, επί αρχιερατείας του Άνθιμου Κουταλιανού και σύμφωνα με την παράδοση, Τούρκοι και Έλληνες έφερναν εδώ ψυχικά αρρώστους, για να θεραπευτούν. Ο ιερεύς διάβαζε ευχές  και εξορκισμούς στους φρενοπαθείς, τους οποίους έδεναν, για να μην προβάλλουν τυχόν αντιστάσεις.

Στην είσοδο του ναού υπήρχε μια επιγραφή, που έγραφε στα τουρκικά με ελληνικούς χαρακτήρες τα κάτωθι… 

«Μπού Εκκλήσια Μιχαήλ βε Γαβριήλ Μελεκλερήν τεμελντέν μπινά ολντού  γαϊρέτ χριστιανλαρίν. Ίπτι γιαπιλμασή ολντού Σουλτάν Ορχάν ζεμανιντά βε μπου ντεφά σερέφ μπουλντού Σουλτάν Μαχμούτ εγιαμιντά. Δεσποτομούζ Κύρ Άνθιμος σεπέπ ολντού οζάχτ εϊλεντί μπου σουρετέ γκετιρμεγιέ Χριστιανλάρ  σάρφ εϊλεντί. Ιμντάντ ιντούπ γιαϊρέτ ιντέν κιμσελερέ ολσούν ραχμέτ, οζενέτ αλιαντέ ράπι ρουχλερίν εϊλεσίν ραχμέτ αωλέ». Που μεταφράζεται …

«Η Εκκλησία αυτή εις μνήμην των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ θεμελιώθηκε χάρη των προσπαθειών των χριστιανών. Κατ’ αρχάς κτίστηκε την εποχή του Σουλτάνου Ορχάν και ανακαινίστηκε επί βασιλείας του Σουλτάνου Μαχμούτ. Ο δεσπότης μας ο Κύριος Άνθιμος ήταν ο κύριος αίτιος και η αποπεράτωσή του οφείλεται στις προσπάθειες των χριστιανών. Σε αυτούς που προσπάθησαν και βοήθησαν ο θεός ας τους αναπαύσει στον ουρανό».

Ο ναός σώζεται μέχρι σήμερα και στην είσοδό του υπάρχει μια επιγραφή στα αγγλικά και στα τουρκικά,  που επιβεβαιώνει τα ανωτέρω.

Η συνοικία του Καγιά Μπασί ήταν μεγαλύτερη από του Ντεμίρ Καπί και διαχωριζόταν από αυτήν δια του συμπαγούς εβραϊκού συνοικισμού.

Στη συνοικία αυτή υπήρχε η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, η οποία είχε  ανακαινιστεί δυο φορές μετά από καταστροφές που υπέστη, το 1788 και το 1847. Στον περίβολό της υπήρχαν το νηπιαγωγείο και το παρθεναγωγείο της πόλης. Σήμερα η εκκλησία αυτή αποτελεί ένα ερείπιο χωρίς σκεπή και δεν επιτρέπεται να την επισκεφθεί κανείς, διότι βρίσκεται εντός στρατιωτικού χώρου.

Στην ενορία του Καγιά Μπασί υπήρχε και ένα παρεκκλήσι της Παναγίας, στον περίβολο του οποίου στεγαζόταν η δημοτική σχολή των αρρένων της συνοικίας, πριν ενωθεί με τα τρία δημοτικά σχολεία και αποτελέσει την Κεντρική Σχολή.

Τέλος, στη συνοικία Μπαλούκ Παζάρ, τοποθετούνταν ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ο οποίος είχε κτιστεί το 1705, επί Αρχιερατείας του Προύσας Κυρίλλου, στη βάση της ακρόπολης, προς αντικατάσταση του παλιού μητροπολιτικού ναού του Ιωάννη του Προδρόμου, που βρισκόταν στην ακρόπολη της πόλης.

Ο ναός αυτός είχε μεταβληθεί σε τέμενος και πάνω στα ερείπιά του είχε κτιστεί το μαυσωλείο του Ορχάν. Είχε υποστεί πολλές καταστροφές από πυρκαγιές και σεισμούς, που έπληξαν την πόλη. Σήμερα στο δάπεδο του μαυσωλείου διακρίνονται ψηφιδωτά, τα οποία προέρχονται από τον παλιό μητροπολιτικό ναό.

Για τον παλιό μητροπολιτικό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου ο Βαίλειος Κανδής αναφέρει  …

«Περί την βορειοανατολικήν πλευράν της ακροπόλεως κείνται τα μαυσωλεία του Οσμάν και Ορχάν, ένθα μέχρι της αλώσεως ήν η αρχαία μητροπολιτική Εκκλησία τιμωμένη επ΄ ονόματι Ιωάννου του Προδρόμου, ότε μετετράπη εις  μαυσωλείον του Οσμάν  κατόπιν δε και αυτού του Ορχάν.Τέσσαρες βαθμίδες  μαρμάρινοι ημικυκλοειδείς  και έξ στήλαι αρχαίαι εκ πορφυρίτου και πρασίνου λίθου εδείκνυον την θέσιν, ήν κατείχεν το θυσιαστήριον και ο χορός, άτινα παρετήρησεν ο Tournefort  και άλλοι. Επι  μιάς δε των στηλών των υποστηριζουσών τον θόλον διεκρίνετο μέγας σταυρός εκ μέλανος μαρμάρου και τις επιγραφή. Το δε έδαφος απετελείτο εκ λαμπρού πορφυρίτου και κιτρίνου μωσαϊκού  παρουσιάζοντος διάφορα τετραγωνικά  και κυκλοτερή σχήματα. Άνωθεν του σαρκοφάγου  του Ορχάν υψούτο  ο αργυρούς θόλος  (Γκιομουσλού κουμπέ και σιμίν κουμπέ) κληθείς ούτως εκ των απ΄αυτού εξαρτημένων αργυρών λυχνιών. Άπαντα  ταύτα τα εμβλήματα του προκατόχου θρησκεύματος εξηλείφθησαν  κατά την μεγάλην πυρκαγιάν  του 1801 και του δεινού και πανωλέθρου σεισμού του 1855, μεθ΄ον ανοικωδομήθη το μαυσωλείον….»

Ο νέος μητροπολιτικός ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο, υπέστη και αυτός πολλές καταστροφές. Το 1801 κάηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά και το επόμενο έτος ξανακτίστηκε, κατόπιν ενεργειών του μητροπολίτη Προύσας Άνθιμου.

Το 1855 ισοπεδώθηκε από το φοβερό σεισμό και ξανακτίστηκε το 1873 από το γνωστό σε όλη την Ανατολή αρχιτέκτονα, Αβραάμ Ιωαννίδη και με ενέργειες του μητροπολίτη Νικόδημου.

Οι κάτοικοι της Προύσας ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία, την αμπελουργία και τη σηροτροφία. Φημισμένα ήταν τα κρασιά της Προύσας, που συναγωνίζονταν τα γαλλικά, όπως και τα μεταξωτά της, που την έκαναν γνωστή σε όλον τον κόσμο. Στα 52 εργοστάσια παραγωγής μεταξιού, που τα περισσότερα ήταν Ελληνικά, εργάζονταν πολλές Ελληνοπούλες από την Προύσα και τα γύρω χωριά. Στα εργοστάσια υπήρχαν δωμάτια, στα οποία διέμεναν οι Ελληνίδες εργάτριες για το διάστημα απασχολούνταν σε αυτά.

Πολλές Ελληνίδες γυναίκες απασχολούνταν στα σπίτια τους με την παραγωγή κεντημάτων υφαντών και μεταξωτών υφασμάτων, τα οποία πουλούσαν στην κλειστή αγορά της Προύσας, που ήταν μια μικρογραφία της μεγάλης αγοράς της Κωνσταντινούπολης.

Πολλοί από τους Έλληνες κατοίκους της πόλης καταγίνονταν με την επιστημονική εξέταση του μεταξόσπορου, που χρησιμοποιούσαν για την ανάπτυξη των κουκουλιών. Αρκετοί από αυτούς είχαν αποφοιτήσει από την ειδική σχολή, που είχε ιδρυθεί από το τουρκικό κράτος.

Όσο για την εμπορική διακίνηση της πόλης, την εξυπηρετούσε το λιμάνι των Μουδανιών, με το οποίο συνδεόταν η Προύσα σιδηροδρομικώς.

Στη συνοικία του Ντεμίρ Καπί, οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν την εποχή του γάμου του Ορχάν με τη Θεοδώρα, προερχόμενοι από την περιοχή Ντεμίρ Καπί, που βρίσκονταν στα βάθη της Ανατολίας. Αυτοί μιλούσαν την τουρκική γλώσσα, ενώ στο Καγιά Μπασί ελληνικά και τουρκικά και στο Μπαλούκ Παζάρ μόνο την ελληνική.

Το 1872 ιδρύθηκε στην Προύσα η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία «ΒΙΘΥΝΙΑ», σκοπός της οποίας ήταν η υποστήριξη της μέσης εκπαίδευσης των τριών ενοριών, που μέχρι τότε συντηρούνταν από τη μητρόπολη και τις δωρεές των μεγάλων ευεργετών Γεωργίου Ζαρίφη και Ευσταθίου Ευγενίδη. Με ηγεμονικές δωρεές τους κτίστηκαν στην Προύσα πολλά εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπου λίγο πριν την Καταστροφή φοιτούσαν περίπου 840 μαθητές και μαθήτριες.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στην πνευματική ανάπτυξη των Ελλήνων της πόλης συνέβαλαν τα μέγιστα οι εξορισμένες στην Προύσα οικογένειες των μεγάλων Διερμηνέων και Βοεβοδών. Στην Προύσα είχαν επίσης εξοριστεί, η Βασιλική, γυναίκα του Αλή Πασά, η οικογένεια του πλούσιου ηγεμόνα Καλλιμάχη και η οικογένεια του Νικολάου Μαυρογένη, διερμηνέα του Στόλου και ηγεμόνα της Βλαχίας. Όλοι αυτοί έκαναν μεγάλες δωρεές και έκτισαν πολλά σχολεία για τους ελληνόπαιδες της περιοχής.


Σύνδεση Συνδρομητή

Καλώς Ήρθατε! Συνδεθείτε στο λογαριασμό σας

Να με θυμάσε Ξεχάσατε τον κωδικό σας;

Δεν είστε συνδρομητής; Αίτηση Εγγραφής

Ξεχάσατε τον κωδικό σας

Αίτημα Εγγραφής