breaking news Νέο

Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας. - Στο χωριό της θείας Γραμμάτας, το Ταχταλή.

  • Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας. - Στο χωριό της θείας Γραμμάτας, το Ταχταλή.
  • Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας. - Στο χωριό της θείας Γραμμάτας, το Ταχταλή.
  • Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας. - Στο χωριό της θείας Γραμμάτας, το Ταχταλή.
  • Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας. - Στο χωριό της θείας Γραμμάτας, το Ταχταλή.

Αφού περάσαμε ορισμένα Τουρκοχώρια, φθάσαμε πολύ σύντομα στον προορισμό μας και οδηγηθήκαμε στην πλατεία του χωριού όπου υπήρχαν μικρά μαγαζάκια και καφενεία. Στη μέση της πλατείας υπήρχε ένα τεράστιο πλατάνι κάτω από το οποίο ο καφετζής είχε τοποθετήσει τραπέζια για τους πελάτες του. Ήταν γεμάτο το καφενείο όταν πλησιάσαμε και πολλοί σηκώθηκαν για να χαιρετήσουν το Μουσταφά και τον Μπιλγκίν, τους οποίους προφανώς γνώριζαν. Τους εξήγησαν ότι είμαι Έλληνας, γεγονός που τους κέντρισε την περιέργεια και τους ρωτούσαν για ποιο λόγο βρισκόμουν εκεί.

Με τα λίγα Τουρκικά μου κατάλαβα ότι με έβλεπαν με κάποια δυσπιστία, αφού στις μεταξύ τους συνομιλίες άκουγα συχνά την λέξη γκιαούρης, δηλαδή άπιστος.

«Ήρθε εδώ να ψάξει να βρει λίρες», πέταξε την εξυπνάδα του κάποιος από την άλλη πλευρά του καφενείου και όλοι χαχάνισαν.

 

«Να μας πει που είναι και αν τις βρούμε να τις μοιραστούμε».

Ο Μουσταφά και ο Μπιλγκίν τους εξήγησαν ότι ήρθα να δω τα χωριά των προγόνων μου και το Ταχταλή ήταν ο τόπος καταγωγής πολλών κατοίκων του χωριού μου.

Η γειτόνισσά μου, η θεία η Γραμμάτα, η οποία εγκατέλειψε το Ταχταλή σε ηλικία 12 ετών, καθώς έφευγα από τη Λακκιά μου είπε να προσέχω πολύ διότι οι Τούρκοι Ταχταλιώτες δεν τους είχαν φερθεί πολύ καλά. Από αυτήν πήρα πολλές πληροφορίες για το Ταχταλή, που το όνομά του σήμαινε την έδρα ενός μεγάλου αξιωματούχου.   

 

«Το χωριό πριν την αποχώρηση είχε 250 οικογένειες, εκ των οποίων οι 100 ήταν τουρκικές. Μιλούσαμε την τουρκική γλώσσα. Την ελληνική σπάνια τη χρησιμοποιούσαμε, αν και στο σχολείο τη διδασκόμασταν. Τη Θεία Λειτουργία στην εκκλησία δεν την καταλαβαίναμε και αναγκαζόταν ο παπάς να μας εξηγεί το Ιερό Ευαγγέλιο στα τουρκικά».

Πράγματι, οι Ταχταλιώτες στο χωριό μου σπάνια μιλούσαν ελληνικά και όταν το έκαναν τους κοροϊδεύαμε διότι είχαν μια περίεργη τούρκικη προφορά.

   «Στο χωριό μας και κυρίως στην περιοχή Καμπά Γερλέρ», συνέχισε η θεία Γραμμάτα, «υπήρχαν παντού διάσπαρτες μαρμάρινες πλάκες και πήλινα κιούπια. Οι Τούρκοι χωριανοί δε δούλευαν πολύ, αλλά όλη τη μέρα έψαχναν για λίρες και χρυσά αρχαία νομίσματα. Πολλοί από αυτούς βρήκαν κάποια τα οποία πούλησαν και έγιναν πλούσιοι. Έκτοτε άφησαν το χωριό και εγκαταστάθηκαν στην Προύσα».   

      Στις άκρες των δρόμων συναντήσαμε αρκετές Τουρκάλες, οι οποίες όμως δε μας χαιρέτησαν, αντιθέτως προσπάθησαν να μας αποφύγουν. Φθάσαμε στο τούνελ που μου είχε αναφέρει η θεία Γραμμάτα. Εξωτερικά ήταν σε καλή κατάσταση αλλά εσωτερικά ήταν γεμάτο με πέτρες και ξύλα. θυμήθηκα τότε τα λόγια της…

     «Στο Ταχταλή είχαμε πολλά νερά, επειδή το χειμώνα έπεφτε πολύ χιόνι, και γι’ αυτό το λόγο υπήρχαν εννέα νερόμυλοι. Τα χωράφια ήταν πολύ εύφορα, και στους κήπους μας υπήρχε αφθονία ζαρζαβατικών. Στον κάμπο καλλιεργούσαμε σιτηρά και ροδάκινα, ενώ στην άλλη πλευρά που υπήρχαν λόφοι είχαμε αμπέλια και βγάζαμε πολύ καλό κρασί. Οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολούνταν με τη σηροτροφία και την καλλιέργεια μουριών για τη διατροφή των μεταξοσκωλήκων.

      Στα τέλη Απριλίου, έπαιρνε η μάνα μου το σπόρο των κουκουλιών και τον πήγαινε στην εκκλησία, όπου έμενε σαράντα μέρες. Μετά τον ευλογούσε ο παπάς και τον παίρναμε πίσω στο σπίτι. Αν δεν έπαιρνε την ευλογία του Αγίου, προκοπή δε θα είχαμε.

 

Η εκκλησία μας ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Θόδωρο τον Τήρωνα. Στο κέντρο της ήταν ζωγραφισμένος ο Παντοκράτορας, έργο σπουδαίου ζωγράφου. Όλο το χρόνο περιμέναμε τη μέρα του Αγίου για να γιορτάσουμε το πολύ όμορφο πανηγύρι μας. Τα παλικάρια του χωριού έπιναν πολύ κρασί με αποτέλεσμα να μαλώνουν με τους Τούρκους για ασήμαντες διαφορές. Έτσι χαλούσε το πανηγύρι συχνά, διότι δεν ήταν λίγες οι φορές που οι φιλονικίες αυτές οδηγούσαν σε μαχαιρώματα και φόνους.

Θυμάμαι τη γειτόνισσα μας, τη θειά Μαλαματού που έχασε το παλικάρι της, και συνέχεια τραγουδούσε στα τούρκικα αυτό το τραγουδάκι ….

 

«Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό,   Το αίμα σου έτρεχε νερό.

 Αχ, Θόδωρέ μου,   οι τελευταίες σου κουβέντες ήταν αυτές».

 

Κοντά στον περίβολο της εκκλησίας ήταν το δημοτικό σχολείο. Οι περισσότεροι το βλέπαμε από μακριά, διότι οι γονείς μας δε μας έστελναν σχολείο, για να τους βοηθάμε στις δουλειές του σπιτιού. Τα κορίτσια πολλές φορές τη γλιτώναμε και μέναμε στο σπίτι κάνοντας σπιτικές δουλειές που ήταν πιο εύκολες. Στα χωράφια πήγαιναν πιο πολύ τα αγόρια. Το αποτέλεσμα ήταν να μένουμε αγράμματες και τώρα δεν ξέρουμε ούτε το όνομά μας να γράψουμε. Και το παράδοξο είναι ότι κάθε οικογένεια, είχε ένα κορίτσι το οποίο το ονόμαζε Γραμματική ή Γραμμάτα ή Γραμματού…

Στο Ταχταλή είχαμε και το Αγίασμα του Αγίου Ιωάννη. Μια φορά που αρρώστησα, με πήγε εκεί η μάνα μου και με έπλυνε. Μετά έκοψε μια κλωστή από τα ρούχα μου και την τοποθέτησε στα κλαδιά του γειτονικού θάμνου. Με αυτόν τον τρόπο, έλεγε, μεταφέρθηκε η αρρώστιά μου στο θάμνο και έγινα καλά.  Ήταν πλούσιο το χωριό, καθώς είχε τέσσερα μπακάλικα, τέσσερα καφενεία και παλαιότερα ένα χαμάμ, το οποίο στα νεώτερα χρόνια το εκμεταλλεύονταν οι Τούρκοι.

Δίπλα στα σπίτια μας υπήρχαν τα υπολείμματα ενός τείχους και η είσοδος του περιβόητου τούνελ, το οποίο συνέδεε το Ταχταλή με το γειτονικό χωριό Κίτα».

Η Κίτα ή Κατοικία ή Κοίτεια ή Σμυράλεια, ήταν ένα διπλανό χωριό το οποίο εξισλαμίστηκε τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των Τούρκων στην περιοχή, και οι περισσότεροι κάτοικοί του διασκορπίστηκαν στα γύρω μεγάλα, όπως τα Κουβούκλια, ελληνικά χωριά. Ακόμη και σήμερα διακρίνει κανείς υπολείμματα του σπουδαίου τείχους της, οι πέτρες του οποίου χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των σπιτιών των κατοίκων του χωριού. Ήταν γνωστή από την εποχή του Στράβωνα, ο οποίος αναφέρει……

 

«Νικαίας ποιούμενος τον λόγον και Ασκανίας λίμνης προστίθησιν, ότι και πολίχνιον Μυθόπολις και Καισάρεια και ετέρα Σμυράλεια μετονομασθείσα έπειτα Κοίτεια».

Ο παππούς Φωτάκης  όταν κάποτε μιλούσαμε για την Κίτα, μου είπε ότι  οι παππούδες του έμεναν σε αυτό το χωριό και το εγκατέλειψαν για να εγκατασταθούν στα Κουβούκλια διότι δεν αισθάνονταν πολύ άνετα εκεί διότι είχαν έλθει πολλοί Τούρκοι από τα βάθη της Ασίας.

Εν τω μεταξύ, στο καφενείο είχε έρθει ο φίλος του Μπιλγκίν, που ήταν ένας από τους πιο πλούσιους του χωριού και επέπληξε τις χωριανούς του για τα πειράγματά τους σχετικά με τις χρυσές λίρες.

Αφού ήπιαμε αρκετά ποτηράκια τσάι, κατά τη συνήθεια των Τούρκων, ξεκινήσαμε την ξενάγηση στο χωριό. Ανηφορίσαμε το κεντρικό καλντερίμι, περάσαμε δίπλα από ένα παλιό και ιστορικό τζαμί και φθάσαμε στον Ελληνικό μαχαλά.

«Εδώ ήταν η εκκλησία», είπε ο Χασάν Μπέης. «Δυστυχώς πριν από πολλά χρόνια έπεσαν ο τρούλος και τα ντουβάρια και δεν απέμεινε τίποτε. Κάνε όμως λιγάκι υπομονή και αργότερα, όταν θα πάμε σπίτι μου, θα σου δείξω κάτι που πριν πολλά χρόνια μου έφερε ο γιος μου από την εκκλησία και το κράτησα για ενθύμιο».

Το Ταχταλή είναι ένα χωριό που δεν αναπτύχθηκε καθόλου. Σήμερα έχει περίπου 300 κατοίκους. Άσχημοι δρόμοι, πολλά παλιά ελληνικά σπίτια, τα οποία ακόμη κατοικούνται, και παντού δεξιά και αριστερά σπαρμένες μαρμάρινες επιγραφές και κολώνες.

Υπήρχαν βέβαια και καινούργια σπίτια, αλλά και σε αυτά δίπλα διατήρησαν τα παλιά ελληνικά, τα οποία χρησιμοποιούν σαν αποθήκες. Όλο αυτό το σύνολο αφήνει αισθητικά μια πολύ άσχημη εικόνα.

Λίγο αργότερα, στο σπίτι του Χασάν Μπέη, μας κέρασαν τσάι με μπομπότα. Έβαλαν, όπως συνήθιζαν, πάνω στην πίτα και πετμέζι το οποίο μύριζε υπέροχα. Με την πείνα που είχα την έφαγα αμέσως.

Έξω στην αποθήκη, ο ευγενέστατος και φιλόξενος Χασάν Μπέης μου έδειξε, όπως μου υποσχέθηκε, τη μαρμάρινη επιγραφή από την εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνα, την οποία δυστυχώς τώρα τη χρησιμοποιούσε σαν σκαλοπάτι.

Την κοίταξα προσεκτικά και διάβασα:

«Ο ΠΕΡΙΚΑΛΛΗΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΗ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗΔΕ ΤΗ ΧΩΡΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΟΙΚΟΥΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΙΛΕΛΕΗΜΟΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΣΥΝΔΡΑΜΟΝΤΩΝ. ΕΠΟΝΟΜΑΤΙ ΔΑΝΕΚΑΙΝΙΣΘΗ ΟΥΤΟΣ Ο ΘΕΙΟΣ ΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΤΗΡΩΝΟΣ ΟΥ ΤΑΙΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΙΣ ΡΥΣΘΕΙΗΕΝ ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ  ΕΚ ΠΑΘΟΥΣ ΟΛΕΘΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ  ΠΛΑΝΗΣ ΟΥΤΟΙ ΔΕ ΠΑΝΤΕΣ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΙ ΚΤΗΤΟΡΕΣ ΓΕΓΟΝΟΤΕΣ ΤΟΝ ΜΙΣΘΟΝ ΕΞΟΥΣΙ ΠΑΡΑ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΜΙΣΟΑΠΟΔΟΤΟΥ».

Συγκινήθηκα που είχα στα χέρια μου ένα τέτοιο σημαντικό εύρημα και είπα στο Χασάν Μπέη να το προσέχει για να μην καταστραφεί. Συμφώνησε και μάλιστα μου πρότεινε να το πάρω μαζί μου. Κάτι τέτοιο βέβαια ήταν αδύνατο, διότι η τούρκικη αστυνομία είναι αμείλικτη στους παραβάτες, και δη στους αρχαιοκάπηλους.  Ευχαρίστησα το Χασάν Μπέη για την ευγενική προσφορά, χαιρετήσαμε την ευγενέστατη σύζυγό του και φύγαμε για τα Κουβούκλια.


Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας

Σύνδεση Συνδρομητή

Καλώς Ήρθατε! Συνδεθείτε στο λογαριασμό σας

Να με θυμάσε Ξεχάσατε τον κωδικό σας;

Δεν είστε συνδρομητής; Αίτηση Εγγραφής

Ξεχάσατε τον κωδικό σας

Αίτημα Εγγραφής