breaking news Νέο

Η παιδεία των υπόδουλων Ελλήνων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας - Του Γαβριήλ Καούρη

Η παιδεία των υπόδουλων Ελλήνων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας - Του Γαβριήλ Καούρη

Μέρος 34ο

 

Β. ΤΑ ΖΩΠΥΡΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

3. ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ (συνέχεια από το προηγούμενο)

Ο Ματθαίος Παρανίκας εξαίροντας το έργο των Σχολών της Καισάρειας και της Μονής του Τιμίου Προδρόμου λέει ότι: Ου μόνον δε σύμπασα η επαρχία αιτήσατο εκ των Σχολών τούτων δασκάλους των γραμμάτων και του θείου λόγου, αλλά και πάσαι τη Καισαρεία γειτνιάζουσαι επαρχίαι της Μ. Ασίας, μέχρι της Βιθυνίας» (1).

Στα 1842 η Σχολή (Τζιντζίδερε) παίρνει τον τίτλο «Θεολογική και Επιστημονική Σχολή» και φοιτούν εκεί, εκτός των μικρών μαθητών και 20 ηλικιωμένοι ιερείς και δάσκαλοι με σημαντική κοινωνική θέση στα χωριά τους.

Ο Γερμανός και ο Αγαθάγγελος αποτελούν για τη Σχολή της Μονής του Τζιντζίδερε δύο φωτεινές περιόδους με συνδετικό κρίκο τον καθ’ όλα άξιο Παϊσιο.

Στη Σχολή της Μονής, με τη μορφή Γυμνασίου, και της Θεολογικής Σχολής διδάσκονται: Τα γλωσσικά μαθήματα (Ξενοφών, Ισοκράτης, Θουκυδίδης, Ηρόδοτος, Όμηρος, Σοφοκλής, Ευρυπίδης), Ποίηση, Λογική, Μεταφυσική, Δικαιολογία, Ηθική, Αριθμητική, Χρονογραφία, Γεωμετρία, Γεωγραφία, Άλγεβρα και φυσικά Θρησκευτικά.

Σύμφωνα και με μαρτυρίες πολλών συγγραφέων και ιστορικών που ασχολήθηκαν με το θέμα της εκπ/σης στην περιοχή της Καισάρειας, το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στο Τζιντζίδερε θεωρείται ότι στάθηκε φάρος για την καλλιέργεια των γραμμάτων και τη δημιουργία, την παραγωγή στελεχών προς διάδοση της παιδείας στη Μ. Ασία.

«Εκ της κοινοβιακής Σχολής (του μοναστηριού) διαδίδονται τα γράμματα εκτός της Καππαδοκίας και εις τας γειτνιάζουσας επαρχίας Ικονίου, Αμασείας, Αγκύρας, Προύσης, Νικαίας, Νικομηδείας, Φιλαδελφείας, Πισιδίας, Νεοκαισαρείας περί τας αρχάς του 19ου αι. δια των μαθητών του Γερμανού και δια των λαϊκών και ιερωμένων» (2).

Στην επαρχία της Καισάρειας εκτός από τα σχολεία που αναφέραμε ως τώρα λειτουργούν (προσοχή: από το 1800 και ύστερα) σε αρκετές κωμοπόλεις και χωριά (καθαρά ελληνοχώρια ή και μικτά) σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Μολονότι διαθέτουμε αρκετά στοιχεία για λόγους οικονομίας θα αναφέρουμε μόνο ονόματα μερικών χωριών και κωμοπόλεων στα οποία γνωρίζουμε σίγουρα ότι λειτούργησαν σχολεία: Ανδρονίκιο, Καρβάλη, Ταβλοσούν, Συνασό (εδώ λειτουργούν 4 σχολεία, δύο κατώτερα, ένα ελληνικό και ένα παρθεναγωγείο)· η Σχολή της Συνασού χρησιμεύει ως κεντρική επαρχιακή Σχολή των επαρχιών Καισαρείας και Ικονίου και βγάζει δασκάλους.

Στην επαρχία Ικονίου επικρατεί τρομαχτική αμάθεια. Από τον Παϊσιο, προτού γίνει μητροπολίτης Ικονίου, μαθαίνουμε ότι επισκέφθηκε για 4 ½ μήνες την επαρχία Ικονίου. «Στα πιότερα από τα 32 χωριά της επαρχίας εκκλησία δεν υπάρχει και στα χωριά που υπάρχουν οι παπάδες είναι αγράμματοι, δάσκαλοι δεν υπάρχουν, σε μερικά δε διατηρούνται σχολεία που τα ‘χουν ανοίξει απόφοιτοι του σχολείου του Μοναστηριού Ζιντζίδερε…».

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και άλλα μέρη της Μικρασίας στα οποία λειτούργησαν σχολεία, όπως στις περιοχές της Αττάλειας, της Πισιδίας, της Κιλικίας και αλλού. Τα σχολεία όμως που λειτούργησαν στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας (2-3 πρώτους αιώνες) είναι ελάχιστα, προπάντων όμως στο εσωτερικό. Μόνο από το 19ο αι. ως την καταστροφή του 1922 έχουμε μια γενίκευση της στοιχειώδους παιδείας. Κι αυτό όχι γιατί οι Τούρκοι εμπόδισαν την ανάπτυξη της παιδείας, αλλά γιατί έλειπαν οι βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξή της.

Κλείνοντας αυτήν την ενότητα για την ανάπτυξη της παιδείας των υπόδουλων στους Τούρκους Ελλήνων της Μ. Ασίας, έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής: Τα αστικά κέντρα, σχεδόν όλα, καθώς και οι κωμοπόλεις των παραλίων της Μικρασίας ανέπτυξαν αισθητά την παιδεία και μάλιστα πρώιμα. Βέβαια, αυτή τους την πρόοδο δεν μπορούμε να την αποδώσουμε μόνο στην ευφυία, τη φιλομάθεια και το ανήσυχο πνεύμα τους, αλλά και στους ευνοϊκούς όρους, όπως την ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου, την επαφή τους με τους πολιτισμένους λαούς της Δύσης και τη γειτνίασή τους με το Πατριαρχείο. Οι όροι αυτοί ήταν πολύ ισχυροί και βοήθησαν αποφασιστικά όχι μόνο στην ανάπτυξη της παιδείας αλλά και στην κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη των κατοίκων των παραλίων περιοχών Πόντου και Μεσογείου.

Αντίθετα, το εσωτερικό της Μικρασίας μαστιζόταν από την αμάθεια και την καθυστέρηση. Τα φώτα και το πνεύμα του Ευρωπαϊκού και του Νεοελληνικού Διαφωτισμού δεν κατόρθωσαν, έστω και αργά, να φωτίσουν το εσωτερικό της Μικρασίας. Συγχρωτισμένοι με τους βαρβάρους και αμαθείς κατακτητές και στερούμενοι ακόμη και τα στοιχειώδη για τη διάσωσή τους, υπόμειναν με καρτερική μοιρολατρεία την τύχη τους. Η όλη κατάσταση δεν τους επέτρεψε ούτε την τύχη τους να ανατρέψουν ούτε, πολύ περισσότερο, ν’ αναπτύξουν άξια λόγου παιδεία. Μόλις την τελευταία πεντικονταετία (1856) πριν την καταστροφή (1922) παρατηρείται ένας οργασμός σ’ όλες τις μορφές ζωής στη Μικρασία και ιδιαίτερα στην εκπ/ση. Η διακριτική αλλ’ αδιάκοπη παρουσία της ελεύθερης Ελλάδας μέσω των κατά τόπους μητροπόλεων, προξενικών γραφείων, εκπαιδευτικών συλλόγων ανακουφίζουν τη διαβίωση του ελληνικού στοιχείου, βελτιώνουν και εξανθρωπίζουν τις συνθήκες ζωής τους και δημιουργούν τις προϋποθέσεις μιας γενίκευσης και ποιοτικά αναβαθμισμένης παιδείας. Δυστυχώς το κίνημα των Νεότουρκων ανέκοψε αυτήν την ορμή προόδου. Η ιδέα να σαρκωθούν τα οράματα της φυλής μας στην Ανατολή καταποντίστηκε ανεπανόρθωτα στις ακτές της Ιωνίας τον Αύγουστο του 1922.

 

Σημειώσεις:

  1. – Παρανίκα Μ., ό.π., σελ. 123
  2. – Λεβίδη Αντ., Πραγματεία περί του πολιτισμού και διανοητικής αναπτύξεως των Καππαδοκών…, τ.Α’, σελ. 97.

 

ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΟΥΡΗΣ

επίτ. ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

 

Συνεχίζεται


Σύνδεση Συνδρομητή

Καλώς Ήρθατε! Συνδεθείτε στο λογαριασμό σας

Να με θυμάσε Ξεχάσατε τον κωδικό σας;

Δεν είστε συνδρομητής; Αίτηση Εγγραφής

Ξεχάσατε τον κωδικό σας

Αίτημα Εγγραφής