breaking news Νέο

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΜΝΗΜΗΣ 1821-2021 - Γράφει ο Γ. Κοτζαερίδης

  • ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΜΝΗΜΗΣ 1821-2021 - Γράφει ο Γ. Κοτζαερίδης
  • ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΜΝΗΜΗΣ 1821-2021 - Γράφει ο Γ. Κοτζαερίδης
  • ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΜΝΗΜΗΣ 1821-2021 - Γράφει ο Γ. Κοτζαερίδης
  • ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΜΝΗΜΗΣ 1821-2021 - Γράφει ο Γ. Κοτζαερίδης

Πέρασαν 200 χρόνια από τότε που οι πρόγονοί μας επαναστάτησαν ενάντια στους κατακτητές Τούρκους, γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα να ζούμε και να κυκλοφορούμε σήμερα ελεύθεροι.

Η στήλη αυτή είναι ένας φόρος τιμής  σε όλους αυτούς τους Ήρωες που πρωτοστάτησαν στον Αγώνα, για να τους θυμόμαστε και να τους έχουμε πάντοτε ζωντανούς στη μνήμη μας.

 

Κοτζαερίδης Γεώργιος

 

ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Γεννήθηκε το 1785 στα Σουδενά Καλαβρύτων και ήταν γιός του Αθανασίου , της γνωστής και ισχυρής οικογένειας των Πετιμεζάδων.

Mετά την δολοφονία του πατέρα του το 1804 κατέφυγε στην Ζάκυνθο και κατατάχθηκε στον Ρωσικό στρατό. Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία και ήταν αυτός που μύησε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Παρέστη στην κήρυξη  της Ελληνικής  Επανάστασης  και ύψωσε την σημαία, μαζί με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον Ζαίμη.

 Στη συνέχεια  λαμβάνοντας το βαθμό του στρατηγού πήρε μέρος σε πολλές μάχη στην Πελοπόννησο. Ο Βασίλειος Πετμεζάς μετά την Επανάσταση εκλέχτηκε βουλευτής, γερουσιαστής, αντιπρόσωπος της επαρχίας Καλαβρύτων στις διάφορες εθνοσυνελεύσεις. Μετά την απελευθέρωση συνέχισε βουλευτής και γερουσιαστής ενώ προς το τέλος της ζωής του έλαβε τον τίτλο του επίτιμου υπασπιστή του βασιλέα Γεωργίου Α΄.

 Μετείχε στην Γ' Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας στις 6 Απριλίου 1826, στην Δ' Εθνική συνέλευση Άργους το 1829Ε' Εθνική Συνέλευση Άργους και Ναυπλίου το 1831-1832 και στην Εθνική Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου το 1843.

Είχε εκλεγεί βουλευτής Καλαβρύτων το 1844-1847 και το 1847-1850 και γερουσιαστής το 1861 -1862. Πέθανε στις  22 Νοεμβρίου 1872 στο Αίγιο, αφήνοντας ιστορικό αρχείο με πολλά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την αυτοβιογραφία του.

Κατά τις τελετές της κηδείας του εκδόθηκαν πολλά ψηφίσματα από κρατικές και τοπικές αρχές που υπενθύμιζαν την ένδοξη δράση του. Στο Μουσείο της Σχολής Ευελπίδων φυλάσσεται το αργυρό και επιχρυσωμένο πιστόλι του Β. Πετιμεζά "όπερ είναι το πρώτον κροτήσαν όπλον δια της χειρός του δαφνοστεφούς στρατηγού κατά την εις την μονήν της Αγίας Λαύρας τελεσθείσαν ορκωμοσίαν. Γιος του ήταν ο Γεώργιος Β. Πετιμεζάς.

 

ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Ήταν γιός του Αθανασίου  Πετιμεζά και αδελφός του Βασιλείου. Το 1804, μετά την δολοφονία του πατέρα του κατέφυγε στην Ζάκυνθο και κατατάχθηκε στα Αγγλικά τάγματα  της Επτανήσου σαν αξιωματικός.

Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση επέστρεψε στην Πελοπόννησο και έλαβε  μέρος σε πολλές μάχες μαζί με τα αδέλφια του. Το 1826 κατέλαβε το Μέγα Σπήλαιο και απέκρουσε τις επιθέσεις του Ιμπραήμ.

Στην συνέχειa διετέλεσε πληρεξούσιος της Επαρχίας Καλαβρύτων και μετά την απελευθέρωση εκλέχθηκε βουλευτής. Όταν το 1833 συστάθηκε η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή ήταν ένας από τους δέκα πρώτους Μοιράρχους του σώματος. Πέθανε στα Καλάβρυτα το 1865.

 

 

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

Γεννήθηκε το 1797  στο Κροκύλειο Φωκίδας και  το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Τριανταφύλλου. Ήταν παντρεμένος με την αρχοντοπούλα Κατίγκω Σκουζέ, κόρη του Χατζή Γεωργαντά Σκουζέ με την οποία έκανε δώδεκα παιδιά.

Έμεινε ορφανός  από πατέρα σε πολύ μικρή ηλικία και μετά από μια επιδρομή των Τούρκων, όταν ήταν τεσσάρων ετών, έφυγε μαζί με την μάνα του και τα αδέλφια του και εγκαταστάθηκε στην Λειβαδιά.

Το 1811 η μητέρα του τον έστειλε πίσω στην Φωκίδα στον θείο του Παναγιώτη  Λιδωρίκη όπου εργάστηκε σαν χωροφύλακας και αργότερα πήγε στην Άρτα στον αδελφό του Παναγιώτη, όπου άρχισε να ασχολείται με το εμπόριο αποκτώντας σημαντική περιουσία.

Το 1820 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία.

Τον Σεπτέμβριο του 1820 συνελήφθησαν και τα δύο αδέλφια από τον βοεβόδα της Ναυπάκτου Μπαμπά Πασά, αλλά λόγω γνωριμιών του Παναγιώτη αφέθησαν ελεύθεροι.

Στις 13 Μαρτίου του 1821 πήγε στο Μεσολόγγι και από εκεί στην Πάτρα  για να πληροφορηθεί την κατάσταση που επικρατούσε, για λογαριασμό της Φιλικής Εταιρείας.

Έγινε όμως αντιληπτός από τους Τούρκους και μετά από πολλές περιπέτειες, επέστρεψε στην Πάτρα όπου συνελήφθη από τους Τούρκους.

Ελευθερώθηκε με την βοήθεια του Ισμαήλ Μπέη  από την Κόνιτσα, συγγενή του Αλή Πασά. Στην συνέχεια πήρε μέρος στις μάχες του Σταυρού στα Τζουμέρκα, στην μάχη του Πέτα στις 11 Σεπτεμβρίου, όπου τραυματίστηκε στο πόδι, στην πολιορκία της Άρτας τον Νοέμβριο του 1821 και τέλος στην κατάληψη της Υπάτης. Στην μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου του 1822 τραυματίστηκε σοβαρά στην  δεξιά κνήμη η οποία του άφησε κάποια προβλήματα.

Έλαβε επίσης μέρος στην μάχη των Αθηνών και αργότερα όταν απελευθερώθηκε η Αθήνα, του δόθηκε το αξίωμα του πολιτάρχη της πόλης . Φεύγοντας από την Αθήνα πήγε στην Σαλαμίνα, όπου συνάντησε τον Νικηταρά που τον παρότρυνε  να επιστρέψει στην Ρούμελη. Στην Βελίτσα συνάντησε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο ο οποίος προσπάθησε να τον πάρει με το μέρος του εναντίον του Γκούρα και να τον διώξουν από το Κάστρο της Ακρόπολης.

Κατά την διάρκεια των εμφυλίων πολέμων πήρε το μέρος του  Γεωργίου Κουντουριώτη.

Μετά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο προσπάθησε να οργανώσει τον Ελληνικό στρατό και το 1825 υπερασπίστηκε το Νεόκαστρο  στις 6 Μαίου του 1825.

Στις 13 Ιουνίου του 1825 με τον Δημήτριο Υψηλάντη οχυρώθηκε στους Μύλους της Αργολίδας και  με λίγους άνδρες,  συνέτριψαν τον στρατό του Ιμπραήμ. Στην μάχη αυτή τραυματίστηκε  σοβαρά στο χέρι και οι γιατροί ήθελαν να το ακρωτηριάσουν αλλά ο ίδιος δεν το επέτρεψε παρά τους φρικτούς πόνους,

Συμμετείχε στην πολιορκία της Ακρόπολης από τον Κιουταχή στις 7 Οκτωβρίου του 1826, όπου τραυματίστηκε τρείς φορές και το γεγονός αυτό επηρέασε την ψυχική του υγεία

Γενικά οι πολλοί τραυματισμοί και οι πολλές περιπέτειές του έπαιξαν καθοριστικό ρόλο  για την προσωπικότητά του, την σκέψη και την δράση του.

Με τον ερχομό του Καποδίστρια, τον Απρίλιο του  1829, διορίστηκε Γενικός Αρχηγός της  Εκτελεστικής Δύναμης της Πελοποννήσου και της Σπάρτης.

Εγκαταστάθηκε στο Άργος και παρέμεινε εκεί μέχρι την δολοφονία του Καποδίστρια, οπότε μετακόμισε στο Ναύπλιο. Με τον διορισμό του δυσανασχέτησαν πολλοί Πελοποννήσιοι, διότι  στον εμφύλιο πόλεμο ήταν με τους κυβερνητικούς και εχθρός του Κολοκοτρώνη και των άλλων Πελοποννησίων οπλαρχηγών. Εκείνη την εποχή, το 1829, άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του.

Σταδιακά όμως άρχισε να έρχεται σε ρήξη με τον Καποδίστρια με αποτέλεσμα, να αντικατασταθεί από την θέση του Γενικού Επιθεωρητή, παραχωρώντας την θέση του στον Νικηταρά.Του προτάθηκε να αναλάβει αστυνομικά καθήκοντα στα νησιά, θέση την οποία αρνήθηκε και τελικά του απονεμήθηκε ο βαθμός του χιλίαρχου και ορίστηκε μέλος του στρατιωτικού δικαστηρίου του Άργους.

Τον Αύγουστο του 1831 κατηγορήθηκε, μαζί με άλλους, ότι ανήκε σε μια αντικαποδιστριακή οργάνωση και απολύθηκε από την δουλειά του.

Με την άφιξη του Όθωνα του υπέβαλλε υπομνήματα για την αποκατάσταση των αγωνιστών της Επανάστασης. Οι σχέσεις του με τον βασιλιά ήταν πολύ καλές  ο οποίος βάφτισε το τέταρτο παιδί του και του έδωσε το όνομα Όθωνας.

Τέλη Μαρτίου του 1837 διορίστηκε ταγματάρχης  στο πρώτο  από τα πρώτα τάγματα ακροβολιστών, αφού πρώτα αρνήθηκε  να αναλάβει μια επιτελική θέση στην υπό σύσταση χωροφυλακή.

Το 1840 συμμετείχε στις κινήσεις για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Θράκης. Τα επόμενα χρόνια κατηγορήθηκε ότι προετοίμαζε κίνημα εναντίον της κυβέρνησης και τέθηκε  υπό στενή παρακολούθηση. Στις δημοτικές εκλογές τον Μάιο του 1841, εκλέχθηκε  σύμβουλος  με δήμαρχο τον Ανάργυρο Πετράκη.

Θεωρήθηκε υποκινητής και οργανωτής της συνωμοτικής κίνησης  που οδήγησε στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, δικάστηκε για εσχάτη προδοσία και  καταδικάστηκε σε θάνατο. Γλύτωσε τον θάνατο μετά την μεσολάβηση του  τότε Υπουργού Εξωτερικών και Στρατιωτικών Δημητρίου Καλλέργη.

Το 1844 συμμετείχε στην Εθνοσυνέλευση και διαμαρτυρήθηκε υποβάλλοντας υπόμνημα στην επιτροπή για τον αποκλεισμό των ετεροχθόνων από τις δημόσιες θέσεις.

Το 1864, μετά την αποχώρηση του Όθωνα, του αποδόθηκε ξανά ο τίτλος του αντιστρατήγου. Ο Μακρυγιάννης άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο που το αποτελούν τα «Απομημονεύματά του», τα «Ιστορικά Έγγραφα» που περιλαμβάνουν εκθέσεις του Μακρυγιάννη προς τη Διοίκηση και τις εφημερίδες της εποχής, επιστολές, όρκους, αλλά και τεκμήρια των εμπορικών και λοιπών του δραστηριοτήτων στην Άρτα πριν την επανάσταση, τα «Κάδρα του πολέμου»  που αποτελούνται από 24 πίνακες  από διάφορες απελευθερωτικές μάχες, και τα «Οράματα και Θάματα».

Τα κάδρα του Πολέμου τα είχε αναθέσει πρώτα να τα ζωγραφίσει ένας Φράγκος ζωγράφος, τον οποίο όμως αντικατέστησε με τον Παναγιώτη Ζωγράφο.

Υπήρξε αντιφατική και φιλοχρήματη προσωπικότητα και λέγεται ότι ήρθε σε ρήξη με τους συναγωνιστές του για καθαρά οικονομικούς λόγους, για την διανομή οικοπέδων στην περιοχή της Αθήνας. Σχετίστηκε με τις ενδοοικογενειακές αναλώσεις των δανείων που συνήψαν οι Ελληνικές κυβερνήσεις και φαίνεται να δήλωσε κατά την διάρκεια της Α΄Εθνικής Συνέλευσης του 1843 των Ελλήνων …..«Αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία».

Πέθανε στις 27 Απριλίου του 1864 στην Αθήνα σε ηλικία 67 ετών.

 

ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

 

Ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης ή Γιάννης Ξήκης γεννήθηκε το 1763,  ήταν αρματωλός την περίοδο  της Ελληνικής Επανάστασης και κατάγονταν από το χωριό  Δύο Βουνά Φθιώτιδας στο οποίο οφείλει και το όνομά του. Οι γονείς του ονομάζονταν, Τριανταφυλλιά και Κώστας Ξήκης.

Σε ηλικία 13 ετών είδε τον πατέρα του κρεμασμένο από τους Τούρκους, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα πορεία του. Σε νεαρή ηλικία  ανήκε στο αρματολίκι του Αντρίκου Βερούση, ξεχώρισε για την γενναιότητά του, και έγινε πρωτοπαλίκαρό του. Αργότερα  έγινε πρωτοπαλίκαρο του Γεωργίου Ανδρούτσου, και κατά την επανάσταση του Ορλώφ το 1770 πολέμησε εναντίον των Τουρκαλβανών.

Το 1771, μετά τα Ορλωφικά  σχημάτισε δικό του σώμα και  υποχρέωσε τους Τούρκους να του παραχωρήσουν το αρματολίκι του Ζητουνίου, Βοδονίτσας και Τουρκοχωρίου.

Έγινε γρήγορα ονομαστός για τη δράση και τις ικανότητές του,  και αποτέλεσε πραγματικό φόβητρο για τους Τούρκους, οι οποίοι του ανέθεσαν το αρματολίκι της Μπουστουνίτσας (Μενδενίτσας).  Αργότερα ο Αλή πασάς αναγκάστηκε να του δώσει το αρματολίκι του Ζητουνίου και των Σαλώνων.

Το 1806 την εποχή του διωγμού των αρματωλών και των κλεφτών κατέφυγε, όπως και πολλοί άλλοι στα Επτάνησα, από όπου επέστρεψε το 1812. Παντρεύτηκε την κόρη της ισχυρής οικογένειας των Γιολδάσηδων, αποκτώντας ένα γιο, τον Γεώργιο.

Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Ιωάννη Φιλήμονα.  Στις 8 Απριλίου του 1821, αν και ο γιός του ήταν όμηρος του Αλή Πασά, μαζί με τον Αθανάσιο Διάκο, τον Κομνά Τράκα  και τον Παναγιώτη Πανουργιά,  πολιόρκησαν    και κατέλαβαν το κάστρο της Βουδουνίτσας.

Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, όπως στην Αλαμάνα στην Γραβιά και στην μάχη των Βασιλικών, προσπαθώντας να εμποδίσουν τα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ να κατέβουν στην Πελοπόννησο.

Στην μάχη των Βασιλικών στις 26 Αυγούστου του  1821 ο Δυοβουνιώτης με την βοήθεια του Γκούρα, του Πανουργιά και του Βασίλη Μπούσγου κατατρόπωσε την τούρκικη στρατιά του Μπεϊράν Πασά και την αποδεκάτισε.

Η νίκη αυτή ήταν σπουδαίας σημασίας διότι ανέτρεψε τα σχέδια των Τούρκων για την ενίσχυση της πολιορκημένης Τριπολιτσάς, και την κατάπνιξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Από το ελεύθερο ελληνικό κράτος του απενεμήθη ο βαθμός του στρατηγού.  Δεν ασχολήθηκε με την πολιτική και αποσύρθηκε στο χωριό του όπου πέθανε το 1831.


ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Σύνδεση Συνδρομητή

Καλώς Ήρθατε! Συνδεθείτε στο λογαριασμό σας

Να με θυμάσε Ξεχάσατε τον κωδικό σας;

Δεν είστε συνδρομητής; Αίτηση Εγγραφής

Ξεχάσατε τον κωδικό σας

Αίτημα Εγγραφής